αναπλήρωση

[анаплироси] ουσ. Θ. дополнение, замещение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναπλήρωση" в других словарях:

  • αναπλήρωση — η η αντικατάσταση: Η αναπλήρωσή του είχε γίνει σχεδόν αμέσως …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπλήρωση — η (Α ἀναπλήρωσις) πλήρωση αυτού που ελλείπει, συμπλήρωση νεοελλ. προσωρινή ή οριστική αντικατάσταση κάποιου με άλλον αρχ. 1. μέσον για συμπλήρωση 2. ικανοποίηση, εκπλήρωση επιθυμίας 3. ανάκτηση, αποκατάσταση 4. εκπλήρωση, πραγματοποίηση,… …   Dictionary of Greek

  • ἀναπληρώσῃ — ἀναπληρώσηι , ἀναπλήρωσις filling up fem dat sg (epic) ἀναπληρόω fill up aor subj mid 2nd sg ἀναπληρόω fill up aor subj act 3rd sg ἀναπληρόω fill up fut ind mid 2nd sg ἀ̱ναπληρώσῃ , ἀναπληρόω fill up futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπληρώσηι — ἀναπλήρωσις filling up fem dat sg (epic) ἀναπληρώσῃ , ἀναπληρόω fill up aor subj mid 2nd sg ἀναπληρώσῃ , ἀναπληρόω fill up aor subj act 3rd sg ἀναπληρώσῃ , ἀναπληρόω fill up fut ind mid 2nd sg ἀ̱ναπληρώσῃ , ἀναπληρόω fill up futperf ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναπλήρωμα — το (Α ἀναπλήρωμα) η αναπλήρωση* νεοελλ. αυτό που χρησιμεύει για αναπλήρωση άλλου πράγματος, που παρουσιάζει έλλειψη και είναι φθηνότερο από αυτό …   Dictionary of Greek

  • αντί — (I) και αντίς πρόθ. (AM ἀντί) 1. (για τόπο) απέναντι, αντίκρυ «στάθηκε αντί στο πέλαγο κι αντί στ άγριο το κύμα» (δημοτ. τραγ.) «μηδ ἀντ ἠελίου τετραμμένος ὀρθὸς ὁμιλεῑν» (Ησίοδ.) 2. σε αντάλλαγμα, σε αντικατάσταση «παρὰ δὲ Ἑρμιονέων νῆσον ἀντὶ… …   Dictionary of Greek

  • υπεραναπλήρωση — η, Ν (ιατρ. ψυχολ.) ψυχοδυναμικός μηχανισμός άμυνας που χαρακτηρίζεται από συνειδητή ή ασύνειδη υπερβολή στη διόρθωση ή αναπλήρωση μιας πραγματικής ή φανταστικής σωματικής ή ψυχικής αδυναμίας ή ενός ελαττώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπερ * + αναπλήρωση …   Dictionary of Greek

  • αναπληρωματικός — ή, ό (Α ἀναπληρωματικός, ή, όν) ο κατάλληλος ή ο προοριζόμενος για αναπλήρωση, δηλ. για συμπλήρωση ελλείψεων, ο συμπληρωματικός ή ο κατάλληλος για αντικατάσταση άλλου …   Dictionary of Greek

  • αναπληστικός — ἀναπληστικός, ή, όν (Α) [ἀναπίμπλημι] 1. ο κατάλληλος για αναπλήρωση, συμπληρωματικός 2. αυτός που παίρνει το σχήμα τού δοχείου που γεμίζει, υγρός, ρευστός …   Dictionary of Greek

  • ανταναπλήρωσις — ἀνταναπλήρωσις, η (Α) η εκ νέου αναπλήρωση …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.